1Αυτός που πιάνει πίσσα θα λερωθεί· κι όποιος συναναστρέφεται άνθρωπο εγωιστή, σ’ αυτόν θα μοιάσει.
2Βάρος πιότερο απ’ τη δύναμή σου μη σηκώνεις, και μη συνδέεσαι με άνθρωπο πιο δυνατό από σένα και πιο πλούσιο. Πώς μπορούν να ’ναι συντροφιά τσουκάλι και καζάνι; Το ένα πάνω στ’ άλλο θα χτυπήσει και θα θρυμματιστεί.
3Ο πλούσιος αδικεί και το καυχιέται· ο φτωχός αδικείται και πέφτει και παρακαλεί.
4Ο πλούσιος, αν του είσαι χρήσιμος, θα σ’ εκμεταλλευθεί· αν βρίσκεσαι σε ανάγκη θα σ’ εγκαταλείψει.
5Αν έχεις κάτι, θα προσκολληθεί σ’ εσένα και θα σου το πάρει, χωρίς καθόλου να νοιαστεί.
6Αν σ’ έχει ανάγκη θα σ’ εξαπατήσει, θα σου χαμογελάσει και θα σου δώσει ελπίδες· φιλοφρονήσεις θα σου κάνει και θα σε ρωτήσει: «Τι έχεις ανάγκη;»
7Με τα συμπόσιά του θα σε κάνει να ντραπείς, ώσπου να σου τα πάρει διπλά και τρίδιπλα, και τελικά θα σε περιγελάσει· έπειτα θα σε δει και δε θα σε πλησιάσει, και θα κουνήσει ειρωνικά για σένα το κεφάλι.
8Πρόσεξε μην ξεγελαστείς και χαμηλά μην πέσεις απ’ την ανοησία σου.
9Όταν ο ισχυρός κάπου σε προσκαλεί, στάσου επιφυλακτικός, και τόσο πιο επίμονη θα είν’ η πρόσκλησή του.
10Μην προχωρείς πολύ μπροστά, να μη σε σπρώξουν πίσω· μακριά πολύ μη στέκεσαι να μη σε λησμονήσουν.
11Πρόσεχε μη μιλάς στον ισχυρό σαν να είστε ίσα κι όμοια· μην παίρνεις ό,τι λέει τοις μετρητοίς· με τη φλυαρία του εσένα δοκιμάζει, λόγια σού παίρνει εκεί που εσύ αστειεύεσαι.
12Είναι ανελέητος όποιος τα μυστικά δεν τα κρατάει, κι ούτε θα λογαριάσει αν κάποιος εξαιτίας του δαρθεί ή φυλακιστεί.
13Τα μυστικά σου φύλαγε και πρόσεχε πολύ, γιατί σε κάθε βήμα σου σε συνοδεύει η πτώση.
14[Όταν στον ύπνο σου ακούς αυτά τα λόγια, να ξυπνάς· σ’ όλη σου τη ζωή τον Κύριο ν’ αγαπάς κι εκείνου τη βοήθεια να ζητάς για να σε σώζει].
Το ασυμβίβαστο μεταξύ πλουσίου και φτωχού15Κάθε ύπαρξη ζωντανή το όμοιό της αγαπάει· έτσι και κάθε άνθρωπος τον άλλο που είναι πλάι του.
16Κάθε ζώο συναγελάζεται με ζώο του ίδιου είδους, κι ο άνθρωπος τον άνθρωπο συναναστρέφεται.
17Ποια σχέση μπορεί να έχουν ο λύκος με το πρόβατο; Το ίδιο κι ο αμαρτωλός με άνθρωπο ευσεβή.
18Σαν τι λογής η ειρήνη της ύαινας με το σκύλο; Και τι λογής η ειρήνη του πλούσιου με τον φτωχό;
19Οι όναγροι στην έρημο, είναι το θήραμα των λιονταριών· το ίδιο κι οι φτωχοί, είναι η λεία των πλουσίων.
20Είναι αποκρουστικό για τον περήφανο καθετί παρακατιανό· το ίδιο αποκρουστικός κι ο φτωχός είναι για τον πλούσιο.
21Ο πλούσιος όταν κλονίζεται, βρίσκει υποστήριξη απ’ τους φίλους του· μα όταν πέσει ο ταπεινός, οι φίλοι του τον κάνουν πέρα.
22Όταν γλιστρήσει ο πλούσιος, πολλοί είναι αυτοί που τον βοηθούν· ανοησίες λέει και τον συγχαίρουν. Όταν γλιστρήσει ο φτωχός, τον βρίζουν κι από πάνω· μιλάει με φρόνηση κι ούτε του δίνουν σημασία καμιά.
23Μιλάει ο πλούσιος κι όλοι σιωπούν, και εκθειάζουν ως τον ουρανό τα λόγια του. Μιλάει ο φτωχός και λένε, «ποιος είν’ αυτός;» κι αν τύχει και σκοντάψει, τον σπρώχνουν για να πέσει κάτω.
24Τα πλούτη είναι καλά, όταν δεν είν’ αμαρτωλά· κι η φτώχεια κρίνεται ως κακή στων ασεβών τα λόγια.
Απληστία και δυστυχία25Του ανθρώπου τα αισθήματα το πρόσωπό του αλλάζουν, είτε προς το καλό είτε προς το κακό.
26Σημάδι μιας καρδιάς ευτυχισμένης είν’ ένα πρόσωπο χαρούμενο· μα για να εφεύρει κάποιος παροιμίες πρέπει πολύ, με κόπο, να στοχαστεί.
Who We AreWhat We EelieveWhat We Do
2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.
