1Όταν προχώρησε η νύχτα, βιάστηκαν οι υπηρέτες να διαλυθούν. Ο Βαγώας έκλεισε απ’ έξω τη σκηνή του Ολοφέρνη και δεν άφηνε κανένα να μπαινοβγαίνει σ’ αυτήν. Έτσι πήγαν όλοι να κοιμηθούν κουρασμένοι, γιατί το φαγοπότι είχε κρατήσει πολύ.
2Η Ιουδίθ έμεινε μόνη στη σκηνή με τον Ολοφέρνη, που κειτόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του τύφλα στο μεθύσι.
3Η Ιουδίθ είχε βάλει από πριν τη δούλη της να την περιμένει έξω από τη δική της σκηνή για να πάνε να προσευχηθούν, όπως κάθε βράδυ. Τα ίδια είχε πει και στο Βαγώα.
4Είχαν φύγει λοιπόν όλοι από τη σκηνή, καλεσμένοι και υπηρέτες. Η Ιουδίθ στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι του Ολοφέρνη και προσευχήθηκε μέσα της: «Κύριε, παντοδύναμε Θεέ, βοήθησέ με σ’ αυτό που πάω τώρα να κάνω, για να δοξαστεί η Ιερουσαλήμ.
5Ήρθε η ώρα να βοηθήσεις το λαό σου και να ολοκληρώσεις το σχέδιό μου, για να κατατροπωθούν οι εχθροί μας που μας επιτεθήκαν».
6Μετά πλησίασε το στύλο του κρεβατιού κοντά στο προσκέφαλο του Ολοφέρνη και τράβηξε το ξίφος του.
7Στηρίχτηκε στο κρεβάτι, τον έπιασε γερά από τα μαλλιά, και είπε: «Δυνάμωσέ με, Κύριε, Θεέ του Ισραήλ».
8Χτύπησε το λαιμό του δυο φορές με όλη της τη δύναμη και του έκοψε το κεφάλι.
9Μετά έκανε να κυλίσει το σώμα του από το κρεβάτι στο έδαφος, και τράβηξε και την κουνουπιέρα από τους στύλους. Βγήκε έξω κι έδωσε το κεφάλι του Ολοφέρνη στη δούλη της,
10κι εκείνη το ’βαλε μέσα στο σακούλι που κουβαλούσαν τις τροφές τους.
Επιστροφή της Ιουδίθ στη ΒαιτυλούαΟι δυο γυναίκες βγήκαν μαζί από το στρατόπεδο, όπως συνήθιζαν κάθε βράδυ που πήγαιναν να προσευχηθούν. Διέσχισαν το στρατόπεδο, πέρασαν το φαράγγι, ανέβηκαν το βουνό της Βαιτυλούα κι έφτασαν στις πύλες της.
11Η Ιουδίθ φώναξε από μακριά: «Ανοίξτε, ανοίξτε! Μαζί μας είναι ο Θεός μας. Απόψε απέδειξε ακόμη μια φορά στον Ισραήλ τη δύναμή του και την εξουσία του ενάντια στους εχθρούς μας!»
12Όταν οι άντρες της Βαιτυλούας άκουσαν τη φωνή της Ιουδίθ, κατέβηκαν γρήγορα στην πύλη και φώναξαν και τους πρεσβυτέρους της πόλης.
13Έτρεξαν όλοι εκεί, μικροί και μεγάλοι, γιατί δεν πίστευαν ότι ξαναγύρισε η Ιουδίθ. Άνοιξαν την πύλη και υποδέχτηκαν τις δυο γυναίκες. Μετά άναψαν φωτιές για να έχουν φως και μαζεύτηκαν γύρω τους.
14Η Ιουδίθ άρχισε να αλαλάζει: «Υμνήστε το Θεό, υμνήστε τον! Δοξάστε τον γιατί δεν έπαψε να αγαπάει το ισραηλιτικό έθνος, αλλά σύντριψε απόψε τους εχθρούς μας με το δικό μου χέρι».
15Έβγαλε μετά το κεφάλι από το σακούλι, τους το ’δειξε και τους είπε: «Να το κεφάλι του Ολοφέρνη, του αρχιστράτηγου των Ασσυρίων. Να και η κουνουπιέρα του, που από κάτω της ξάπλωνε όταν μεθοκοπούσε. Ο Κύριος τον χτύπησε με γυναικείο χέρι.
16Μα τον αληθινό Κύριο, ο Ολοφέρνης παρασύρθηκε μόνο από την εμφάνισή μου κι οδηγήθηκε στην καταστροφή. Δεν αμάρτησα μαζί του για να μολυνθώ και να ντροπιαστώ. Ο Κύριος με προστάτεψε σ’ όλη αυτή την επιχείρηση».
17Τότε όλος ο λαός έμεινε κατάπληκτος. Έσκυψαν και προσκύνησαν το Θεό κι έλεγαν όλοι μαζί: «Δοξασμένος να είσαι Θεέ μας, που κατατρόπωσες σήμερα τους εχθρούς του λαού σου!»
18Κι ο άρχοντας Οζίας είπε στην Ιουδίθ: «Ο ύψιστος Θεός σε ευλόγησε κοπέλα μου, περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες του κόσμου. Δόξα να ’χει ο Κύριος ο Θεός, ο δημιουργός του ουρανού και της γης, που σε οδήγησε να πάρεις το κεφάλι του αρχηγού των εχθρών μας!
19Όσοι θα διηγούνται τη δύναμη του Θεού, ποτέ δε θα ξεχάσουν ότι εσύ πάντοτε έλπιζες σ’ αυτόν για το έθνος σου.
20Είθε ο Θεός να σου δώσει αιώνια δόξα και τιμή και να σε ανταμείψει με πολλά αγαθά, γιατί έβαλες σε κίνδυνο τη ζωή σου, προκειμένου να σώσεις το ταπεινωμένο έθνος μας και απέτρεψες την πτώση μας ακολουθώντας τον ορθό δρόμο ενώπιόν του. Κι όλος ο λαός απάντησε: «Αμήν».
Who We AreWhat We EelieveWhat We Do
2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.