Β΄ ΣΑΜΟΥΗΛ (ή ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β΄) 22 - Η Αγ?α Γραφ? με τα Δευτεροκανονικ? (Παλαι? και Καιν? Διαθ?κη)(TGVD)

Νικητήριος ύμνος του Δαβίδ(Ψλ 18)

1Όταν ο Κύριος απάλλαξε το Δαβίδ απ’ όλους τους εχθρούς του και από το Σαούλ, ο Δαβίδ του απηύθυνε τον παρακάτω ύμνο:

2Εσύ είσαι, Κύριε, το καταφύγιό μου,

το φρούριό μου

κι ο ελευθερωτής μου.

3Θεέ μου εσύ είσ’ ο βράχος μου,

όπου και καταφεύγω·

η ασπίδα μου κι η δύναμη που με λυτρώνει·

είσαι ο ψηλός ο πύργος μου,

το καταφύγιό μου.

Είσ’ ο σωτήρας, που με σώζει από την αδικία.

4Στον Κύριο ανήκει κάθε ύμνος.

Αυτόν καλώ να με βοηθήσει

κι απ’ τους εχθρούς μου σώζομαι.

5Κύματα με περικύκλωσαν θανάτου,

ποταμοί ολέθρου με κατατρόμαξαν.

6Με ζώσαν τα δεσμά του άδη

κι ο θάνατος μου ’στησε τις παγίδες του.

7Φώναξα μες στη θλίψη μου στον Κύριο,

απ’ το Θεό μου ζήτησα βοήθεια.

Άκουσε τη φωνή μου απ’ το ναό του

κι η έκκλησή μου προς εκείνον για βοήθεια

έγινε δεκτή.

8Τότε η γη σαλεύτηκε και άρχισε να τρέμει.

Ταράχτηκαν τα ουρανοθέμελα

και σείστηκαν, γιατ’ ήταν οργισμένος.

9Βγήκε καπνός απ’ τους μυκτήρες του

κι από το στόμα του μια καταλυτική φωτιά

έβγαινε, ανάμικτη με κάρβουνα αναμμένα.

10Χαμήλωσε τα ουράνια και κατέβηκε,

κάτω απ’ τα πόδια του το σύννεφο του γνόφου.

11Ανέβηκε στα χερουβίμ και πέταξε,

με τα φτερά εμφανίστηκε του ανέμου.

12Με το σκοτάδι μια σκηνή τριγύρω του έφτιαξε

με τα πυκνά τα σύννεφα, τα σκοτεινά νερά.

13Από τη λάμψη, που μπροστά του προχωρούσε

πετιούνταν πυρωμένα κάρβουνα.

14Από τον ουρανό βρόντηξε ο Κύριος

και τη φωνή του ο Ύψιστος άφησε ν’ ακουστεί.

15Τα βέλη του ξαπόστειλε

και τους εχθρούς του σκόρπισε,

πλήθος τις αστραπές του έστειλε

και τους κατατρόμαξε.

16Τότε οι πυθμένες φάνηκαν της θάλασσας,

και ξεσκεπάστηκαν της οικουμένης τα θεμέλια

από την απειλή σου, Κύριε,

κι από την οργισμένη αναπνοή σου.

17Άπλωσε από ψηλά το χέρι του και μ’ έπιασε,

με τράβηξε απ’ την πλημμύρα των νερών.

18Από τους δυνατούς εχθρούς μου μ’ ελευθέρωσε,

από τους αντιπάλους μου, που ήταν από μένα πιο ισχυροί.

19Της συμφοράς μου την ημέρα μ’ αιφνιδίασαν,

αλλά ο Κύριος στάθηκε το στήριγμά μου.

20Σε τόπο μ’ έβγαλε ανοιχτό, με γλίτωσε,

γιατί με αποδέχεται με καλοσύνη.

21Ο Κύριος με αντάμειψε, γιατί του στάθηκα πιστός·

μου ανταπόδωσε ό,τι ταιριάζει στην αθωότητά μου.

22Γιατί ακολούθησα τους δρόμους που μου όρισε ο Κύριος

και στο Θεό μου δεν ασέβησα.

23Για οδηγό μου είχα όλα του τα προστάγματα

και δεν απομακρύνθηκα απ’ τους νόμους του.

24Απέναντί του στάθηκα άψογος

και φυλαγόμουν να μην ανομήσω.

25Ο Κύριος με αντάμειψε

γιατί του στάθηκα πιστός

και για την αθωότητά μου, που την ξέρει.

26Με τον πιστό, Κύριε, είσαι πιστός,

τέλειος είσαι με τον τέλειο,

27με τον καθάριο καθαρός·

μα φέρεσαι εχθρικά στον διεστραμμένο.

28Σώζεις εσύ όλους τους ταπεινωμένους

αλλά μ’ ένα σου βλέμμα τον περήφανο τον ταπεινώνεις.

29Γιατί εσύ ’σαι, Κύριε, το λυχνάρι μου,

εσύ που το σκοτάδι μου φωτίζεις.

30Μαζί μ’ εσένα ορμώ σ’ εχθρικό στράτευμα,

με το Θεό μου διασκελίζω τείχος.

31Τέλειες είναι του Θεού οι ενέργειες

ο λόγος του Κυρίου είν’ αξιόπιστος·

ασπίδα εκείνος γίνεται σ’ όλους που καταφεύγουνε σ’ αυτόν.

32Γιατί ποιος άλλος είναι Θεός, αν όχι ο Κύριος;

Ποιος είναι βράχος, αν δεν είναι ο Θεός μας;

33Ο Θεός με προστατεύει σαν οχύρωμα,

κάνει να πετυχαίνει ό,τι επιχειρώ.

34Κάνει τα πόδια μου σαν ελαφίνας γρήγορα

και με κρατάει όρθιο

στα υψώματα.

35Γυμνάζει για τον πόλεμο τα χέρια μου

για να τεντώνουν άτρεμα τα μπράτσα μου

το τόξο τ’ ορειχάλκινο.

36Μου ’δωσες την ασπίδα που μ’ αυτήν με σώζεις,

Στην προσευχή μου η απάντησή σου

με κάνει δυνατό.

37Εσύ ανοίγεις δρόμο μπρος στα βήματά μου

και σταθερά τα πόδια μου πατούν.

38Παίρνω κυνήγι τους εχθρούς μου και τους αφανίζω,

και δε γυρίζω πίσω πριν να τους εξοντώσω εντελώς.

39Τους εξοντώνω, τους συντρίβω·

δε θα μπορέσουν πια να σηκωθούν,

κείτονται καταγής κάτω απ’ τα πόδια μου.

40Με ζώνεις για τον πόλεμο με δύναμη,

και κάνεις να λυγίζουν κάτωθέ μου

όσοι ξεσηκωθήκαν εναντίον μου.

41Σε φυγή τρέπεις τους εχθρούς μου από μπρος μου

κι εξολοθρεύω αυτούς που με μισούν.

42Κοιτάζουν για βοήθεια γύρω τους,

αλλά δεν είν’ κανείς για να τους σώσει·

στον Κύριο φωνάζουν,

μα δεν τους αποκρίνεται.

43Σκόνη τους κάνω καθώς της γης το χώμα,

σαν να ’ναι λάσπη μες στο δρόμο τούς συνθλίβω,

τους ποδοπατώ.

44Μ’ έσωσες από τη φιλονικία του λαού μου,

μ’ έκανες αρχηγό εθνών·

λαοί που δεν τους γνώριζα,

έγιναν τώρα υποτελείς μου.

45Έρχονται ξένοι και με κολακεύουν·

στον πρώτο λόγο μου δείχνονται υπάκουοι.

46Οι ξένοι καταρρέουν

και βγαίνουν απ’ τα οχυρά τους τρέμοντας.

47Ο Κύριος ζει!

Ο βράχος μου, ας είναι ευλογημένος

και δοξασμένος ο Θεός,

ο βράχος μου και λυτρωτής μου!

48Είν’ ο Θεός, που παίρνει εκδίκηση για χάρη μου,

που υποτάσσει κατωθέ μου τους λαούς,

49και που με σώζει από τους εχθρούς μου.

Κύριε, με υψώνεις πάνω απ’ τους αντιπάλους μου,

μ’ ελευθερώνεις απ’ τους βίαιους ανθρώπους.

50Γι’ αυτό μέσα στα έθνη θα σε δοξάζω, Κύριε

κι ύμνους θα ψάλλω στ’ όνομά σου.

51Μεγάλες νίκες δίνει στο βασιλιά του ο Κύριος·

και δείχνει αγάπη για τον εκλεκτό του,

για το Δαβίδ και για τους απογόνους του αιώνια.

Blog
About Us
Message
Site Map

Who We AreWhat We EelieveWhat We Do

Terms of UsePrivacy Notice

2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.

Home
Gospel
Question
Blog
Help