Α΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 6 - Η Αγ?α Γραφ? με τα Δευτεροκανονικ? (Παλαι? και Καιν? Διαθ?κη)(TGVD)

Το τέλος του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς και ο διάδοχός του Αντίοχος Ε΄(Β΄ Μακ 1:11-17· 9:1-29)

1Καθώς ο βασιλιάς Αντίοχος περνούσε μέσα από ορεινές χώρες έμαθε ότι στην Περσία υπήρχε μια πόλη, η Ελυμαΐδα, ονομαστή για τον πλούτο της σε ασήμι και χρυσάφι.

2Επίσης έμαθε ότι είχε έναν πολύ πλούσιο ναό, όπου υπήρχαν χρυσές ασπίδες, θώρακες και όπλα, τα οποία είχε αφήσει εκεί ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας, γιος του Φιλίππου, ο βασιλιάς που βασίλεψε πρώτος στους Έλληνες.

3Πήγε, λοιπόν, εκεί ο Αντίοχος και προσπαθούσε να κυριέψει την πόλη και να πάρει τους θησαυρούς της. Δεν κατάφερε όμως τίποτα, γιατί οι κάτοικοι της πόλης είχαν πληροφορηθεί έγκαιρα τον ερχομό του βασιλιά·

4πρόβαλαν αντίσταση, έτσι που τον εξανάγκασαν να φύγει άπρακτος και να γυρίσει με βαριά καρδιά στη Βαβυλώνα.

5Στην Περσία πήγε κάποιος και του ανάγγειλε ότι τα στρατεύματα που είχε στείλει εναντίον της Ιουδαίας εξοντώθηκαν·

6του είπε επίσης ότι πρώτος είχε πάει ο Λυσίας με ισχυρό στρατό, αλλά τράπηκε σε φυγή από τους Ιουδαίους. Αυτοί στο μεταξύ είχαν αυξήσει τη δύναμή τους σε όπλα και έμψυχο υλικό από τη λαφυραγώγηση των βασιλικών στρατευμάτων, που τα είχαν καταστρέψει.

7Επίσης του είπε ότι οι Ιουδαίοι είχαν γκρεμίσει το βδέλυγμα της ερημώσεως, που είχε στήσει ο βασιλιάς στο θυσιαστήριο της Ιερουσαλήμ, και περιέβαλαν με ψηλά τείχη το ναό, όπως ήταν πριν· τέλος ότι είχαν καταλάβει και οχυρώσει τη βασιλική πόλη της Βαιθσούρα.

8Όταν ο βασιλιάς τ’ άκουσε όλα αυτά, εξεπλάγη και ταράχτηκε. Έπεσε στο κρεβάτι του άρρωστος από τη στενοχώρια, γιατί τα πράγματα δεν του είχαν έρθει όπως τα περίμενε.

9Έμεινε κλινήρης για πολλές ημέρες, γιατί η λύπη του όλο και μεγάλωνε, και κατάλαβε ότι θα πεθάνει.

10Τότε κάλεσε όλους όσοι είχαν τον τίτλο “φίλοι του βασιλιά” και τους είπε: «Δεν έχω πια ύπνο κι έχω εξαντληθεί από την αγωνία.

11Αναρωτήθηκα πού οφείλεται αυτή μου η κατάθλιψη και η μεγάλη φουρτούνα της αγωνίας μου, αφού εγώ τόσους είχα ευεργετήσει και ήμουν απ’ όλους αγαπητός σαν βασιλιάς.

12Κι αναλογίζομαι τώρα τις συμφορές που προξένησα στην Ιερουσαλήμ· πήρα όλα τα χρυσά και ασημένια σκεύη, που υπήρχαν στο ναό της κι έστειλα ανθρώπους να εξαφανίσουν τους κατοίκους της Ιουδαίας χωρίς καμιά αιτία.

13Κατάλαβα, λοιπόν, ότι εκεί βρίσκεται η αιτία για όλες αυτές τις συμφορές μου. Και να τώρα που πεθαίνω σε ξένη χώρα απ’ τη μεγάλη θλίψη μου».

14Τότε κάλεσε το Φίλιππο, έναν από τους «φίλους του» και του ανέθεσε τη διακυβέρνηση όλου του βασιλείου του.

15Του έδωσε το στέμμα του, τη στολή του και το δαχτυλίδι του. Μετά του ανέθεσε την επιτροπεία του γιου του, του Αντίοχου, ώστε να τον προετοιμάσει να αναλάβει τη βασιλεία.

16Και πέθανε εκεί ο βασιλιάς Αντίοχος, το έτος 149.

17Όταν έμαθε ο Λυσίας ότι πέθανε ο βασιλιάς Αντίοχος, όρισε αυτός διάδοχο βασιλιά το νεαρό Αντίοχο, που τον είχε αναθρέψει από παιδί· και τον ονόμασε Ευπάτορα.

Οι Ισραηλίτες πολιορκούν την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ

18Εκείνο τον καιρό, οι εχθροί που κατοικούσαν ακόμα στην ακρόπολη της Ιερουσαλήμ, εμπόδιζαν τους Ισραηλίτες να συγκεντρώνονται στην περιοχή γύρω από το ναό· προσπαθούσαν να τους παραβλάπτουν με κάθε τρόπο, ενώ επεδίωκαν να ενισχύουν τη θέση των ειδωλολατρών.

19Ο Ιούδας, λοιπόν, αποφάσισε να τους εξοντώσει και συγκέντρωσε όλο το λαό για να τους πολιορκήσει.

20Μαζεύτηκαν, λοιπόν, οι Ισραηλίτες κι άρχισαν την πολιορκία το έτος 150· κατασκεύασαν μάλιστα πολιορκητικές μηχανές και ειδικές εξέδρες για να ρίχνουν βέλη εναντίον τους.

21Μερικοί όμως από τους πολιορκημένους δραπέτευσαν και μαζί με μερικούς άπιστους Ισραηλίτες, που προσχώρησαν σ’ αυτούς,

22πήγαν στο βασιλιά Αντίοχο τον Ευπάτορα και του είπαν: «Τι περιμένεις και δεν αποφασίζεις να τιμωρήσεις τους εχθρούς μας και να τους εκδικηθείς για λογαριασμό των συμπατριωτών μας;

23Εμείς είχαμε δεχτεί να υπηρετούμε τον πατέρα σου, να εκτελούμε τις διαταγές του και να υπακούμε στους νόμους του.

24Γι’ αυτόν το λόγο οι συμπολίτες μας έγιναν εχθροί μας και πολιορκούν τώρα την ακρόπολη· και μάλιστα, όσους από μας ανακαλύπτουν, τους σκοτώνουν κι αρπάζουν τις περιουσίες τους.

25Και δεν βιαιοπραγούν μόνο ενάντια σ’ εμάς, αλλά επιτεθήκαν και σ’ όλους τους λαούς με τους οποίους συνορεύουν.

26Τώρα, λοιπόν, πολιορκούν την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ για να την κυριέψουν· κι επίσης οχύρωσαν το ναό και τη Βαιθσούρα.

27Αν δεν τους προλάβεις γρήγορα, θα κάνουν ακόμη χειρότερα και δε θα μπορείς πια να τους σταματήσεις».

Ο Λυσίας και ο Αντίοχος Ε΄ στην Ιουδαία(Β΄ Μακ 13:1-17)

28Όταν τ’ άκουσε αυτά ο βασιλιάς οργίστηκε. Συγκέντρωσε όλους που ονομάζονταν «φίλοι του», τους αρχηγούς του στρατού του και του ιππικού.

29Ακόμη συγκέντρωσε μισθοφορικό στρατό από άλλα βασίλεια κι από τα ελληνικά νησιά.

30Έτσι, ο αριθμός του στρατού του έφτασε τους εκατό χιλιάδες πεζούς, είκοσι χιλιάδες ιππείς και τριάντα δύο ελέφαντες εκπαιδευμένους για πόλεμο.

31Πέρασαν, λοιπόν, μέσα από την Ιδουμαία και στρατοπέδευσαν εναντίον της Βαιθσούρα. Κατασκεύασαν πολιορκητικές μηχανές και την πολιορκούσαν για πολύν καιρό. Οι άντρες όμως της Βαιθσούρα βγήκαν από την πόλη και τους έβαλαν φωτιά και τους πολέμησαν με γενναιότητα.

Η μάχη της Βαιθζαχαρία

32Τότε ο Ιούδας αποσύρθηκε από την ακρόπολη της Ιερουσαλήμ και στρατοπέδευσε στη Βαιθζαχαρία, απέναντι από το στρατόπεδο του βασιλιά.

33Νωρίς το επόμενο πρωί ο βασιλιάς προέλασε αστραπιαία με το στρατό του προς τη Βαιθζαχαρία. Εκεί παρέταξε τις δυνάμεις του για πόλεμο κι άρχισαν να σαλπίζουν με τις σάλπιγγες.

34Κατόπιν έδειξαν στους ελέφαντες ένα κόκκινο υγρό από σταφύλια και μούρα για να τους εξαγριώσουν και να πολεμήσουν.

35Στη συνέχεια διαίρεσαν τα θηρία σε φάλαγγες και έβαλαν μαζί με κάθε ελέφαντα χίλιους άνδρες που φορούσαν θώρακες από αλυσίδες και στο κεφάλι τους χάλκινες περικεφαλαίες· επίσης, μαζί με κάθε θηρίο είχαν παραταχθεί πεντακόσια εκλεκτά άλογα.

36Όλοι αυτοί είχαν εκπαιδευτεί από καιρό να είναι ταυτισμένοι με τους ελέφαντες, ώστε να μην αποχωρίζονται ποτέ απ’ αυτούς, όπως κι αν κινούνταν.

37Πάνω στους ελέφαντες είχαν δεθεί με ειδικούς μηχανισμούς ξύλινοι πύργοι, που κάλυπταν το σώμα του θηρίου· πάνω σε κάθε θηρίο ήταν τέσσερις εκπαιδευμένοι άντρες, που πολεμούσαν από ψηλά και μαζί τους ήταν ο Ινδός που οδηγούσε το θηρίο.

38Το υπόλοιπο ιππικό ο Λυσίας το έβαλε εκατέρωθεν του στρατού για να δίνει σήματα, και να προστατεύουν πλευρικά τις φάλαγγες.

39Ο ήλιος αντανακλούσε πάνω στις χρυσές και χάλκινες ασπίδες και τα βουνά φωτίζονταν απ’ αυτές και φεγγοβολούσαν σαν αναμμένοι δαυλοί.

40Ένα μέρος του βασιλικού στρατού απλώθηκε ψηλότερα, στις πλαγιές των βουνών και ένα μέρος στα χαμηλά μέρη· και προέλαυναν σταθερά και με τάξη.

41Επρόκειτο για έναν τεράστιο και ισχυρότατο στρατό. Οι φωνές του πλήθους, το βάδισμά τους και η κλαγγή των όπλων τους σκορπούσαν τον τρόμο.

42Τότε προέλασε κι ο Ιούδας με το στρατό του σε παράταξη μάχης· απ’ το στρατό του βασιλιά σκοτώθηκαν εξακόσιοι άντρες.

43Ο Ελεάζαρ, ο επονομαζόμενος Αυαράν, είδε ένα από τα θηρία που ήταν προστατευμένο με βασιλικούς θώρακες και ψηλότερο απ’ όλα τα άλλα θηρία, και νόμισε ότι σ’ αυτό επέβαινε ο βασιλιάς.

44Τότε έσπευσε να σώσει το λαό του και ν’ αποκτήσει αιώνια δόξα.

45Επιτέθηκε εναντίον του ελέφαντα με θάρρος στο μέσο της φάλαγγας, σφάζοντας στρατιώτες δεξιά κι αριστερά, για ν’ ανοίγει δρόμο,

46και τέλος μπήκε κάτω από το θηρίο, το χτύπησε και το σκότωσε· ο ελέφαντας όμως έπεσε από πάνω του και τον σκότωσε κι εκείνον.

47Όταν οι Ιουδαίοι αντιλήφθηκαν την ισχύ του βασιλικού στρατού και την αποφασιστικότητά του, οπισθοχώρησαν.

Πολιορκία της Σιών(Β΄ Μακ 13:18-23)

48Ο βασιλιάς με το στρατό του προέλασε να πολεμήσει τους Ιουδαίους στην Ιερουσαλήμ και στρατοπέδευσε στην Ιουδαία και στο όρος Σιών.

49Έκανε ειρήνη με τους Ιουδαίους της Βαιθσούρας κι έτσι αυτοί μπόρεσαν να βγουν από την πόλη. Δεν είχαν απομείνει αρκετές τροφές εκεί και δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν άλλο την πολιορκία, γιατί ο χρόνος εκείνος ήταν έτος αγρανάπαυσης.

50Ο βασιλιάς κυρίεψε τη Βαιθσούρα και τοποθέτησε εκεί στρατιωτική φρουρά.

51Έπειτα πολιόρκησε το ναό για πολλές μέρες. Έστησε ειδικές εξέδρες για να ρίχνουν βέλη, και άλλες μηχανές για να ρίχνουν φωτιά, λιθάρια και βέλη.

52Οι πολιορκημένοι Ιουδαίοι κατασκεύασαν κι εκείνοι μηχανές για ν’ αντικρούσουν τις μηχανές του βασιλιά και αντιστάθηκαν για πολλές ημέρες.

53Τρόφιμα όμως δεν υπήρχαν στις αποθήκες τους, γιατί ήταν ο έβδομος χρόνος και όσοι είχαν καταφύγει στην Ιουδαία κυνηγημένοι από τους εθνικούς είχαν καταναλώσει όσα από τα αποθηκευμένα τρόφιμα είχαν απομείνει.

54Επειδή λοιπόν τους είχε θερίσει η πείνα, είχαν πάει οι περισσότεροι στα σπίτια τους και λίγοι είχαν μείνει στο ναό.

Ειρήνη με τον Λυσία και τον Αντίοχο Ε΄(Β΄ Μακ 11:13-15)

55Στο μεταξύ ο Φίλιππος, στον οποίο ο βασιλιάς Αντίοχος Δ΄, ενώ ακόμη ζούσε, είχε αναθέσει να μεγαλώσει το γιο του τον Αντίοχο και να τον εκπαιδεύσει για να γίνει βασιλιάς,

56γύρισε από την Περσία και τη Μηδία, μαζί με το στρατό που είχε συνοδεύσει το βασιλιά, και επιδίωκε ν’ αναλάβει τον έλεγχο των βασιλικών υποθέσεων. Όταν έμαθε αυτά τα νέα ο Λυσίας,

57προετοιμάστηκε να λύσει την πολιορκία. Είπε στο νεαρό βασιλιά, στους αξιωματικούς του και στους άντρες του: «Κάθε μέρα που περνάει, όλο και καταρρέουμε· τα τρόφιμά μας λιγοστεύουν και ο τόπος που εναντίον του έχουμε στρατοπεδεύσει είναι καλά οχυρωμένος· επιπλέον έχουμε επιφορτισθεί όλες τις υποθέσεις του βασιλείου.

58Τώρα, λοιπόν, ας συνθηκολογήσουμε μ’ αυτούς εδώ τους ανθρώπους και ας κάνουμε ειρήνη μαζί τους και με όλο το έθνος τους.

59Ας τους επιτρέψουμε ν’ ακολουθούν τους νόμους τους, όπως και πρωτύτερα· γιατί εξαιτίας των νόμων τους, που εμείς τους καταργήσαμε, αυτοί εξαγριώθηκαν και έκαναν όσα έκαναν».

60Ο βασιλιάς και οι άρχοντες βρήκαν σωστή την πρόταση και έστειλαν σ’ αυτούς ανθρώπους να συνάψουν ειρήνη, και οι Ιουδαίοι δέχτηκαν.

61Ο βασιλιάς και οι άρχοντες τους έδωσαν ένορκη διαβεβαίωση, κι έτσι οι Ιουδαίοι βγήκαν από την ακρόπολη.

62Όταν όμως ο βασιλιάς Αντίοχος έφτασε στο όρος Σιών και είδε μέχρι ποιο σημείο είχε οχυρωθεί όλη η περιοχή, παρέβηκε τον όρκο του και διέταξε να γκρεμίσουν το τείχος ολόγυρα.

63Μετά έφυγε γρήγορα και γύρισε στην Αντιόχεια, όπου βρήκε το Φίλιππο να έχει κυριέψει την πόλη· πολέμησε εναντίον του και την πήρε πίσω με τη βία.

Blog
About Us
Message
Site Map

Who We AreWhat We EelieveWhat We Do

Terms of UsePrivacy Notice

2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.

Home
Gospel
Question
Blog
Help