1Ο Ολοφέρνης διέταξε να οδηγήσουν την Ιουδίθ στο τραπέζι με τα ασημένια σκεύη και να της προσφέρουν από τα πιο εκλεκτά φαγητά του και από το κρασί του.
2Η Ιουδίθ όμως του είπε: «Εγώ δε θα φάω απ’ αυτά τα φαγητά, για να μην παρανομήσω στο Θεό μου. Ας μου δοθούν όμως από τα τρόφιμα που έχω φέρει μαζί μου».
3Ο Ολοφέρνης τη ρώτησε: «Όταν όμως αυτά που έχεις μαζί σου τελειώσουν, πού θα βρούμε να σου φέρουμε άλλα; Ανάμεσά μας δεν υπάρχει κανείς ομοεθνής σου».
4Η Ιουδίθ απάντησε: «Μα τη ζωή σου, κύριέ μου, η δούλη σου δε θα προλάβω να ξοδέψω τις τροφές που έχω μαζί μου κι ο Κύριος θα πραγματοποιήσει μ’ εμένα το σχέδιό του».
5Τότε οι δούλοι του Ολοφέρνη οδήγησαν την Ιουδίθ σε μια σκηνή και κοιμήθηκε μέχρι τα μεσάνυχτα. Την ώρα που άλλαζε η πρώτη πρωϊνή φρουρά αυτή σηκώθηκε,
6κι έστειλε και ζήτησε από τον Ολοφέρνη να της δώσει την άδεια να βγει από το στρατόπεδο και να πάει να προσευχηθεί.
7Ο Ολοφέρνης διάταξε τους σωματοφύλακες να μην την εμποδίσουν.
Η Ιουδίθ έμεινε στο στρατόπεδο τρεις μέρες και κάθε νύχτα έβγαινε στο φαράγγι της Βαιτυλούα και έπαιρνε το λουτρό της στη νεροπηγή που βρισκόταν κοντά στο στρατόπεδο.
8Όταν τελείωνε, προσευχόταν στον Κύριο το Θεό του Ισραήλ να την οδηγήσει στο σχέδιό της, για να δοξαστεί ο λαός του.
9Μετά έμπαινε καθαρή στη σκηνή της κι έμενε εκεί όλη την ημέρα ως το βράδυ, που της έφερναν το φαγητό.
Το συμπόσιο του Ολοφέρνη10Την τέταρτη μέρα ο Ολοφέρνης έκανε συμπόσιο μόνο για το υπηρετικό του προσωπικό –κανέναν από τους αξιωματικούς του δεν κάλεσε.
11Λέει λοιπόν στο Βαγώα τον ευνούχο, που ήταν υπεύθυνος για όλες του τις υποθέσεις: «Πήγαινε να πείσεις εκείνη την Εβραία που έχεις υπό την προστασία σου να ’ρθεί να φάει και να πιει μαζί μας.
12Θα ’ναι ντροπή να χάσω την ευκαιρία και να μην πλαγιάσω με μια τόσο γοητευτική γυναίκα. Αν δεν προσπαθήσω να τη δελεάσω, θα γελάει μαζί μου».
13Ο Βαγώας βγήκε από τη σκηνή του Ολοφέρνη και πήγε στη σκηνή της Ιουδίθ. «Μη διστάσεις», της λέει, «ωραία μου κοπέλα να έρθεις στον κύριό μου, που θέλει να σε τιμήσει απόψε. Θα πιεις μαζί μας κρασί και θα διασκεδάσεις όπως τα κορίτσια των Ασσυρίων, που ζουν στο ανάκτορο του Ναβουχοδονόσορ».
14Η Ιουδίθ απάντησε: «Ποια είμαι εγώ να φέρω αντίρρηση στον κύριό μου; Με μεγάλη μου χαρά θα εκπληρώσω πρόθυμα την επιθυμία του. Αυτή η νύχτα θα είναι η ωραιότερη νύχτα της ζωής μου».
15Έτσι σηκώθηκε κι έβαλε τα φανταχτερά φορέματά της κι όλα τα στολίδια που φοράνε οι γυναίκες. Η δούλη της πήγε πριν απ’ αυτήν κι έστρωσε, απέναντι από ’κει που θα καθόταν ο Ολοφέρνης, τις προβιές που της είχε δώσει ο Βαγώας για να κάθεται και να τρώει ξαπλωμένη πάνω σ’ αυτές.
16Η Ιουδίθ μπήκε στη σκηνή και κάθισε στη θέση της. Ο Ολοφέρνης άρχισε μέσα του ν’ αναστατώνεται· φλεγόταν από τον ασίγαστο πόθο να πλαγιάσει μαζί της. Άλλωστε από την πρώτη κιόλας μέρα που την είδε, περίμενε την ευκαιρία να την κατακτήσει.
17Της είπε λοιπόν: «Έλα να πιεις και να γλεντήσεις μαζί μας».
18Εκείνη απάντησε: «Θα πιω, κύριέ μου, γιατί σήμερα με τιμούν περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη ζωή μου».
19Έφαγε και ήπιε όμως μόνον αυτά που της είχε ετοιμάσει η δούλη της.
20Ο Ολοφέρνης ενθουσιάστηκε μαζί της και ήπιε κρασί, όσο δεν είχε ξαναπιεί ποτέ στη ζωή του.
Who We AreWhat We EelieveWhat We Do
2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.
