ΨΑΛΜΟΙ 22 [21] - Η Αγ?α Γραφ? με τα Δευτεροκανονικ? (Παλαι? και Καιν? Διαθ?κη)(TGVD)

Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;

1Στον πρωτοψάλτη· όπως «το ελάφι της αυγής». Ψαλμός του Δαβίδ.

2Θεέ μου, Θεέ μου,

γιατί με εγκατέλειψες;

γιατί στέκεις μακριά και δε με σώζεις;

γιατί τα λόγια της κραυγής μου δεν ακούς;

3Θεέ μου,

σου κράζω όλη τη μέρα, μα εσύ δεν αποκρίνεσαι·

φωνάζω και τη νύχτα, μα να ησυχάσω δεν μπορώ.

4Αλλά εσύ ’σαι ο Άγιος κι είσαι πάντα εκείνος

που ο Ισραήλ δοξολογεί.

5Σ’ εσένα ελπίσανε οι πρόγονοί μας·

ελπίσαν και τους ελευθέρωσες.

6Σ’ εσένα φώναξαν με δύναμη και σώθηκαν·

σ’ εσένα ελπίσανε και δεν ντροπιάστηκαν.

7Αλλά εγώ είμαι σκουλήκι κι όχι άνθρωπος·

ανθρώπου παρωδία και λαού απόδιωγμα.

8Με ειρωνεύεται καθένας που με βλέπει·

ζαρώνουνε τα χείλη τους,

κουνάνε το κεφάλι:

9«Κατέφυγε στον Κύριο», λένε, «ας τον σώσει·

ας τον λυτρώσει,

αφού τον αγαπάει».

10Εσύ με πήρες απ’ τη μήτρα·

και μ’ εμπιστεύτηκες στης μάνας μου τα στήθια.

11Είμαι κοντά σου από τη γέννησή μου·

απ’ την κοιλιά της μάνας μου

εσύ ’σαι ο Θεός μου.

12Μη φεύγεις από μένα!

Η θλίψη έρχεται·

και δεν υπάρχει βοηθός.

13Με βάλανε στη μέση δυνατοί πολλοί,

της Βασάν οι ταύροι με κυκλώσαν.

14Δείχνονται απειλητικοί εναντίον μου

σαν το λιοντάρι που ξεσκίζει και βρυχιέται.

15Σαν το νερό παρέλυσα,

τσακίστηκαν όλα τα κόκαλά μου.

Μέσα μου έγιν’ η καρδιά σαν το κερί που λιώνει.

16Σαν κεραμίδι ο λάρυγγάς μου στέγνωσε,

κι η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο·

με έριξες στο χώμα να πεθάνω.

17Σκύλοι με κύκλωσαν,

κακοποιών φατρία μ’ έβαλε στη μέση·

ξεσκίσανε τα χέρια και τα πόδια μου.

18Μπορούν να μετρηθούν όλα τα κόκαλά μου·

κι εκείνοι με κοιτάζουνε.

19Τα ρούχα μου μοιράζουν μεταξύ τους

και ρίχνουν κλήρο για τη φορεσιά μου.

20Εσύ όμως, Κύριε, μη μένεις μακριά μου·

έλα γοργά να με βοηθήσεις, δύναμή μου!

21Λύτρωσε τη ζωή μου απ’ το σπαθί,

από την εξουσία του σκύλου

την πολύτιμη ψυχή μου.

22Βγάλε με απ’ του λιονταριού το στόμα·

σώσε με απ’ του αγριοβούβαλου τα κέρατα.

Κύριε, μου ’χεις κιόλας αποκριθεί!

23Θα εξιστορώ στ’ αδέρφια μου την ύπαρξή σου·

μέσα σ’ όλη τη σύναξη θα σ’ εξυμνώ.

24Όσοι τον Κύριο σέβεστε υμνήστε τον!

Όλοι οι απόγονοι του Ιακώβ, δοξάστε τον!

Όλοι οι Ισραηλίτες, φοβηθείτε τον!

25Κανένα δεν περιφρόνησε φτωχό

ούτε για τη θλίψη του αδιαφόρησε·

δεν έκρυψε απ’ αυτόν το πρόσωπό του

μα στην κραυγή του για βοήθεια ανταποκρίθηκε.

26Ο έπαινός μου από σένα αρχίζει, Κύριε, σε σύναξη μεγάλη·

τα τάματά μου θα τα εκπληρώσω

μπροστά σ’ αυτούς που σε φοβούνται.

27Θα φάνε οι φτωχοί και θα χορτάσουν·

όσοι ζητούν τον Κύριο θα τον δοξάσουν·

οι καρδιές τους θα ζήσουν αιώνια.

28Θα θυμηθούν και θα γυρίσουνε στον Κύριο όλα τα πέρατα της γης·

και θα τον προσκυνήσουν οι οικογένειες όλες των λαών.

29Γιατί στον Κύριο η απόλυτη εξουσία ανήκει

κι αυτός στα έθνη κυριαρχεί.

30Μονάχα αυτόν θα προσκυνήσουν

οι καλοζωισμένοι όλοι της γης·

κάθε θνητός της γης θα υποκλιθεί μπροστά του·

θα ζήσει κι η ψυχή μου χάρη σ’ αυτόν.

31Οι επερχόμενες γενιές θα τον λατρεύουν·

θα μιλάνε για τον Κύριο στη γενιά που ’ρχεται,

32θα διαλαλούνε τη δικαιοσύνη του·

σ’ αυτούς που πρόκειται να γεννηθούν,

τα όσα έκανε θα πουν.

Blog
About Us
Message
Site Map

Who We AreWhat We EelieveWhat We Do

Terms of UsePrivacy Notice

2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.

Home
Gospel
Question
Blog
Help