ΙΟΥΔΙΘ 7 - Η Αγ?α Γραφ? με τα Δευτεροκανονικ? (Παλαι? και Καιν? Διαθ?κη)(TGVD)

Πολιορκία της Βαιτυλούας

1-2Την επομένη, ο Ολοφέρνης συγκέντρωσε όλο το στρατό του, μαζί με τις βοηθητικές δυνάμεις, για να πολεμήσει εναντίον των Ισραηλιτών. Ήταν ένας πολυάριθμος στρατός πολεμιστών, που τον αποτελούσαν εκατόν εβδομήντα χιλιάδες πεζοί και δώδεκα χιλιάδες ιππείς, εκτός από τα μεταγωγικά ζώα και τους άντρες που τα οδηγούσαν πεζοί. Τους διέταξε να βαδίσουν προς τη Βαιτυλούα, να αποκλείσουν πρώτα τα ορεινά περάσματα και μετά να επιτεθούν στους Ισραηλίτες.

3Ξεκίνησαν λοιπόν και στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα κοντά στη νεροπηγή. Κατασκήνωσαν σ’ όλο το πλάτος από τη Δωθαΐμ μέχρι τη Βελβαΐμ και κατά μήκος από τη Βαιτυλούα μέχρι την Κυαμώνα, που βλέπει στην κοιλάδα της Εσδρηλών.

4Όταν οι Ισραηλίτες είδαν όλο αυτό το πλήθος, αναστατώθηκαν φοβερά και είπαν μεταξύ τους: «Τώρα όλοι αυτοί θα γλείψουν την επιφάνεια της γης και ούτε τα ψηλά βουνά ούτε τα φαράγγια ούτε όλοι οι λόφοι μαζί δε θα μπορέσουν να τους θρέψουν».

5Πήραν όμως ο καθένας τα όπλα τους, άναψαν φωτιές στους πύργους τους κι έμειναν εκεί να φυλάνε όλη τη νύχτα.

6Τη δεύτερη μέρα ο Ολοφέρνης έφερε όλο το ιππικό του σε θέση που να το βλέπουν οι Ισραηλίτες από τη Βαιτυλούα.

7Έψαξε για τους δρόμους που οδηγούσαν στην πόλη τους, βρήκε τις πηγές του νερού και τις κατέλαβε. Εγκατέστησε σ’ αυτές φρουρές κι ο ίδιος γύρισε πίσω στο στρατόπεδο.

8Οι στρατηγοί των Ιδουμαίων, των Μωαβιτών και των παραλίων της Μεσογείου ήρθαν στον Ολοφέρνη και του είπαν:

9«Άκουσε, κύριέ μας, αυτό που θα σου πούμε, για να μη συμβεί στο στρατό σου καμιά συμφορά:

10Ο λαός αυτός των Ισραηλιτών δεν στηρίζονται στα δόρατά τους αλλά στα ψηλά βουνά τους όπου κατοικούν· δεν είναι εύκολο ν’ ανέβει κανείς στις κορφές αυτών των βουνών.

11Αν λοιπόν, κύριέ μας, δε θέλεις να σκοτωθεί κανείς από τους άντρες σου, μην τους επιτεθείς σε τακτική παράταξη μάχης.

12Μείνε στο στρατόπεδο με το στρατό σου και λίγοι άντρες σου να καταλάβουν την πηγή του νερού στους πρόποδες του βουνού,

13γιατί από ’κει έρχονται και παίρνουν νερό οι κάτοικοι της Βαιτυλούας. Έτσι θα πεθάνουν από τη δίψα και θα σου παραδώσουν την πόλη τους. Στο μεταξύ, εμείς θα έχουμε ανέβει με το στρατό μας στις πλησιέστερες κορυφές των βουνών και θα παραφυλάμε εκεί να μη βγει κανείς τους από την πόλη.

14Θα εξαντληθούν από την πείνα αυτοί, οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, πριν επιτεθούμε στην πόλη και τους σκοτώσουμε.

15Κι αυτή θα είναι μια σκληρή τιμωρία εκ μέρους σου για την αντίσταση που σου πρόβαλαν και δε σου παραδόθηκαν ούτε ζήτησαν να κάνουν συνθήκη ειρήνης μαζί σου».

16Οι προτάσεις αυτές άρεσαν στον Ολοφέρνη και στους αξιωματούχους του κι αποφάσισε να τις βάλει σ’ εφαρμογή.

17Ο στρατός λοιπόν των Αμμωνιτών και μαζί τους πέντε χιλιάδες Ασσύριοι πήγαν και στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα και κατέλαβαν τις πηγές απ’ όπου οι Ισραηλίτες προμηθεύονταν νερό.

18Οι Ιδουμαίοι και οι Αμμωνίτες ανέβηκαν και στρατοπέδευσαν στην ορεινή περιοχή, απέναντι από την πόλη Δωθαΐμ. Μερικούς από τους άντρες τους τούς έστειλαν προς τα νότια και προς τα ανατολικά, απέναντι από την πόλη Εγρεβήλ, κοντά στη Χους, στον ξεροπόταμο Μοχμούρ. Ο υπόλοιπος στρατός των Ασσυρίων στρατοπέδευσε στην πεδιάδα και απλώθηκαν σ’ όλη την περιοχή, γιατί οι σκηνές τους και οι αποσκευές τους ήταν αναρίθμητες.

19Τότε οι Ισραηλίτες προσευχήθηκαν στον Κύριο το Θεό τους. Είχαν λιποψυχήσει, γιατί οι εχθροί τους τούς είχαν περικυκλώσει και δεν υπήρχε δυνατότητα διαφυγής.

20Όλος ο στρατός των Ασσυρίων, δηλαδή το πεζικό, οι άμαξες και το ιππικό, τούς πολιορκούσε τριάντα τέσσερις μέρες. Στα σπίτια της Βαιτυλούα όλα τα δοχεία νερού είχαν αδειάσει.

21Στέρεψαν οι στέρνες και το νερό τούς το ’διναν με μέτρο. Αλλά δεν έφτανε ούτε για τις ανάγκες μιας μέρας.

22Τα μωρά τους άρχισαν να εξαντλούνται. Γυναίκες κι άντρες έπεφταν λιπόθυμοι στους δρόμους της πόλης και στα περάσματα των πυλών. Είχαν χάσει πια κάθε δύναμη.

23Τότε όλος ο λαός, άντρες, γυναίκες και παιδιά συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Οζία και τους άρχοντες της πόλης κι άρχισαν να διαμαρτύρονται ενώπιον των πρεσβυτέρων:

24«Ο Θεός να σας τιμωρήσει για το κακό που μας κάνατε να μη συζητήσετε για ειρήνη με τους Ασσυρίους.

25Τώρα δεν υπάρχει κανείς να μας βοηθήσει. Ο Θεός μάς παρέδωσε στην εξουσία τους να πεθάνουμε μπροστά στα μάτια τους από τη δίψα.

26Καλέστε λοιπόν τώρα τους Ασσυρίους και παραδώστε τους την πόλη να τη λεηλατήσει ο Ολοφέρνης με το στρατό του.

27Καλύτερα να μας πάρουν αιχμαλώτους. Θα γίνουμε δούλοι αλλά τουλάχιστο θα ζήσουμε· δε θα αργοπεθαίνουν τα μωρά μας, οι γυναίκες μας και τα παιδιά μας μπροστά στα μάτια μας.

28Ας είναι μάρτυρες εναντίον σας ο ουρανός και η γη, και ο Θεός μας, ο Κύριος των προγόνων μας. Αυτός μας τιμωρεί για τις δικές μας αμαρτίες και των προγόνων μας. Ας μη φέρει πάνω μας σήμερα τον τρομερό θάνατο που έχει προαναγγείλει εναντίον μας!»

29Έκλαψαν τότε όλοι μαζί με δυνατές κραυγές και προσευχήθηκαν στον Κύριο το Θεό.

30Μετά ο Οζίας τους είπε: «Πάρτε θάρρος, αδέρφια, κι ας περιμένουμε ακόμα πέντε μέρες. Μπορεί στο μεταξύ ο Κύριος ο Θεός μας να ξαναδείξει σ’ εμάς το έλεός του. Δε θα μας εγκαταλείψει τελείως.

31Αν όμως περάσουν αυτές οι μέρες και δε μας στείλει τη βοήθειά του, τότε θα κάνω ό,τι μου είπατε».

32Έτσι ο Οζίας απέλυσε το λαό και πήγαν ο καθένας στις θέσεις τους πάνω στα τείχη και στους πύργους της πόλης. Οι γυναίκες και τα παιδιά πήγαν στα σπίτια τους. Το ηθικό σ’ όλη την πόλη ήταν πολύ πεσμένο.

Blog
About Us
Message
Site Map

Who We AreWhat We EelieveWhat We Do

Terms of UsePrivacy Notice

2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.

Home
Gospel
Question
Blog
Help