1Ωδή ψαλμού για τη συγγένεια του Κορέ· στον πρωτοψάλτη, όπως το «μαχαλάθ-λαανώθ». Μασχίλ του Εζραΐτη Αιμάν.
2Κύριε Θεέ, σωτήρα μου, σ’ εσένα φώναξα τη μέρα,
τη νύχτα μπρος σου στάθηκα.
3Μέχρι σ’ εσένα ας φτάσει η προσευχή μου·
άκου προσεκτικά το θρήνο μου.
4Η ψυχή μου είναι γεμάτη πόνους,
και η ζωή μου ζύγωσε στο θάνατο.
5Με λογαριάζουν για νεκρό·
είμαι σαν άνθρωπος δίχως πια δύναμη.
6Παρατημένος μέσα στους νεκρούς,
αυτούς που κείτονται στον τάφο.
Αυτούς δεν τους υπολογίζεις πια,
δεν κάνεις τίποτε γι’ αυτούς.
7Στα βάθη της αβύσσου μ’ έριξες,
στα σκότη, στου θάνατου τη σκιά.
8Βάρυνε πάνω μου ο θυμός σου
κι όλα τα κύματά σου πάνω μου ξέσπασαν.
(Διάψαλμα)
9Μάκρυνες από μένα τους γνωστούς μου,
μ’ έκανες να ’μαι φρίκη για τα μάτια τους·
έμεινα αποκλεισμένος και δεν μπορώ να διαφύγω.
10Θολώσανε τα μάτια μου
από την αθλιότητά μου.
Όλη τη μέρα, Κύριε, σου φώναζα,
τα χέρια μου άπλωνα σ’ εσένα.
11Θα κάνεις θαύματα για τους νεκρούς;
ή μήπως οι σκιές των νεκρών
θα σηκωθούν να σε δοξολογήσουν;
(Διάψαλμα)
12Θα διηγηθεί κανείς μέσα στον τάφο
την αγάπη σου
και την αλήθεια σου στον τόπο
της φθοράς;
13Μπορούν μες στα τρισκόταδα ν’ αναφανούν τα θαύματά σου
και η δικαιοσύνη σου στη γη της λησμονιάς;
14Αλλά εγώ, Κύριε, σ’ εσένα φώναξα·
και το πρωί θα σε προσμένει η προσευχή μου.
15Γιατί αποδιώχνεις την ψυχή μου, Κύριε;
Γιατί κρυμμένο μού κρατάς το πρόσωπό σου;
16Άθλιος είμ’ εγώ
κι από τα νιάτα μου στο θάνατο κοντά·
υψώθηκα και ταπεινώθηκα και απορώ.
17Πάνω μου πέρασαν οι πυρωμένες θύελλες της οργής σου
και με εξουθενώσαν οι φοβέρες σου.
18Σαν τα νερά έρχονται κατά πάνω μου
απ’ όλες τις μεριές,
γύρω μου σφίγγουν τον κλοιό από παντού.
19Μάκρυνες από μένα γείτονες και φίλους
και μόνη συντροφιά μου η σκοτεινιά.
Who We AreWhat We EelieveWhat We Do
2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.
