ΨΑΛΜΟΙ 55 [54] - Η Αγ?α Γραφ? (Παλαι? και Καιν? Διαθ?κη)(TGV)

Προσευχή ενός προδομένου

1Στον πρωτοψάλτη· με λαούτα, μασχίλ του Δαβίδ.

2Πρόσεξε, Θεέ, την προσευχή μου·

μην αποφύγεις την παράκλησή μου.

3Άκου με κι αποκρίσου μου!

Περιπλανιέται η σκέψη μου στη θλίψη μου έγνοιες γεμάτη,

4απ’ τις κραυγές του εχθρού

κι από του μοχθηρού την καταπίεση.

Μου αποδίδουν ανομίες

και με κατηγορούν με οργή.

5Σπαράζει μέσα μου η καρδιά μου·

κι ο φόβος του θανάτου έπεσε πάνω μου.

6Φόβος και τρόμος με κατέχουν·

και ρίγος με διαπερνά.

7Και σκέφτομαι: «Ποιος θα μου δώσει

φτερά σαν του περιστεριού;»

Τότε θα πέταγα να βρω την ησυχία μου.

8Ναι, θα ’φευγα μακριά·

στην έρημο θα κατοικούσα.

(Διάψαλμα)

9Με βιάση θα ’τρεχα να βρω ένα καταφύγιο

για την ανεμοθύελλα και για την καταιγίδα.

10Μπέρδεψε, Κύριε,

και κομμάτιασε τη γλώσσα τους·

γιατί είδα τη βιαιότητα

και τη διχόνοια μες στην πόλη,

11μερόνυχτα να τριγυρνούν

ψηλά πάνω στα τείχη της.

Μέσα της μόχθος κι ανομία·

12μέσα της η διαφθορά.

Η βία κι η απάτη ποτέ δε λείπουν

από τις πλατείες της.

13Δεν είν’ ένας εχθρός που με προσβάλλει·

αυτό θα το υπέφερα.

Δεν είν’ ένας αντίπαλος που θριαμβεύει εναντίον μου·

μπροστά του θα κρυβόμουν.

14Αλλά είσ’ εσύ, άνθρωπος της σειράς μου,

ο έμπιστος κι ο φίλος μου.

15Που μεταξύ μας φιλικά μιλούσαμε

κι αρμονικά βαδίζαμε

στον οίκο του Θεού.

16Ας ήταν να τους βρει θανατικό αναπάντεχο

κι ας κατεβούνε ζωντανοί στον άδη·

γιατί η κακία βρίσκεται στα σπίτια τους

και μέσα τους.

17Εγώ φωνάζω στο Θεό·

κι ο Κύριος θα με σώσει.

18Βράδυ, πρωί και μεσημέρι

θρηνώ κι αναστενάζω·

κι αυτός ακούει τη φωνή μου.

19Μ’ ελευθερώνει απ’ τις επιθέσεις των εχθρών μου

και ασφαλή με διατηρεί,

γιατί πολλοί θα ’ναι μαζί μου.

20Ο Θεός θα μ’ ακούσει

και θα τους ταπεινώσει

–αυτός που προαιώνια κυβερνά–

γιατί μεταστροφή δεν έχουν

και δεν φοβούνται το Θεό.

21Καθένας τους το χέρι του σηκώνει

ενάντια στους φίλους του·

τη συμφωνία του αθετεί.

22Τα λόγια τους πιο μαλακά είναι κι απ’ το βούτυρο,

μα έχουν τον πόλεμο μες στην καρδιά τους·

είν’ οι κουβέντες τους κι απ’ το λάδι απαλότερες

κι ωστόσο είναι γυμνά σπαθιά.

23«Άσε στον Κύριο τις έγνοιες σου

κι αυτός θα σε φροντίσει·

δε θα επιτρέψει στον αιώνα

να κλονιστεί ο ευσεβής».

24Όμως εσύ, Θεέ,

εκείνους θα τους ρίξεις

στο λάκκο της καταστροφής.

Απατεώνες είναι και φονιάδες,

που δε θα ζήσουν ούτε τις μισές

από τις μέρες της ζωής τους.

Αλλά σ’ εσένα ελπίζω εγώ.

Blog
About Us
Message
Site Map

Who We AreWhat We EelieveWhat We Do

Terms of UsePrivacy Notice

2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.

Home
Gospel
Question
Blog
Help