1Στον πρωτοψάλτη. Ψαλμός του Δαβίδ.
2Άκουσε, Θεέ,
της θρηνωδίας μου τη φωνή·
από τον κίνδυνο του εχθρού
φύλαξε τη ζωή μου.
3Κρύψε με
απ’ τις συνωμοσίες των κακούργων,
απ’ των παράνομων τη σύναξη.
4Ακόνισαν τη γλώσσα τους σαν ξίφος,
κατεύθυναν τα βέλη τους λόγια πικρά,
5για να τοξεύουν στα κρυφά τον άψογο·
άξαφνα του ρίχνουν με το τόξο
και δε φοβούνται.
6Αμετακίνητοι στο πονηρό τους έργο,
συμβούλια κάνουν,
πώς τις παγίδες τους να κρύψουν·
και λεν:
«Ποιος θα τις δει;»
7Εγκλήματα σχεδιάζουν λέγοντας:
«Είμαστε έτοιμοι· η δουλειά καλά μελετημένη».
Ανεξερεύνητη η καρδιά
κι η σκέψη κάθε ανθρώπου.
8Αλλά ο Θεός έριξε πάνω τους τα βέλη του
και ξαφνικά βρεθήκαν πληγωμένοι.
9Άφησε να καταστραφούν από τη γλώσσα τους·
όλοι όσοι τους βλέπουνε
κουνάνε το κεφάλι.
10Όλοι οι άνθρωποι φοβήθηκαν,
διαλάλησαν το έργο του Θεού
και ό,τι έπραξε, καλά το καταλάβαν.
11Στον Κύριο βρίσκει ο δίκαιος τη χαρά του,
σ’ αυτόν και την ελπίδα του·
όλες οι τίμιες καρδιές θα τον δοξάζουν.
Who We AreWhat We EelieveWhat We Do
2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.
