1Μιμηταί μου γίνεσθε, ὅπως εἶμαι καὶ ἐγὼ τοῦ Χριστοῦ.
Τὸ κάλυμμα τῶν γυναικῶν εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς συναθροίσεις2Σᾶς ἐπαινῶ, ἀδελφοί, διότι εἰς ὅλα μὲ θυμᾶσθε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, ὅπως σᾶς τὰς παρέδωκα.
3Ἀλλὰ θέλω νὰ ξέρετε ὅτι ἡ κεφαλὴ κάθε ἀνδρὸς εἶναι ὁ Χριστός, κεφαλὴ δὲ τῆς γυναίκας ὁ ἄνδρας, κεφαλὴ δὲ τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεός.
4Κάθε ἄνδρας ποὺ προσεύχεται ἢ προφητεύει μὲ σκεπασμένην τὴν κεφαλήν του, ντροπιάζει τὴν κεφαλήν του.
5Καὶ κάθε γυναῖκα ποὺ προσεύχεται ἢ προφητεύει μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλήν, ντροπιάζει τὴν κεφαλήν της· αὐτὴ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα μὲ μίαν ξυρισμένην.
6Ἐὰν μία γυναῖκα δὲν ἔχῃ κάλυμμα, τότε ἂς κόψῃ καὶ τὰ μαλλιά της. Ἀλλ᾽ ἐὰν εἶναι ἀτιμωτικὸν διὰ τὴν γυναῖκα νὰ κόψῃ τὰ μαλλιά της ἢ νὰ ξυρισθῇ, τότε ἂς ἔχῃ κάλυμμα.
7Ὁ ἄνδρας δὲν πρέπει νὰ σκεπάζῃ τὴν κεφαλήν του, ἐπειδὴ εἶναι εἰκόνα καὶ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ γυναῖκα εἶναι δόξα τοῦ ἀνδρός.
8Διότι δὲν ἔγινε ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα.
9Καὶ δὲν ἐδημιουργήθηκε ὁ ἄνδρας διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα διὰ τὸν ἄνδρα.
10Διὰ τοῦτο πρέπει ἡ γυναῖκα νὰ ἔχῃ ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν της κάποιο σύμβολον ὅτι τελεῖ ὑπὸ ἐξουσίαν, καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἀγγέλους.
11Καὶ ὅμως, ἐν Κυρίῳ οὔτε ὁ ἄνδρας εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν γυναῖκα, οὔτε ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα.
12Διότι ὅπως ἡ γυναῖκα ἔγινε ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἔτσι καὶ ὁ ἄνδρας γεννᾶται διὰ τῆς γυναίκας, τὰ πάντα δὲ προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεόν.
13Κρίνατε μόνοι σας. Εἶναι πρέπον νὰ προσεύχεται πρὸς τὸν Θεὸν γυναῖκα χωρὶς κάλυμμα;
14Καὶ αὐτὴ ἡ φύσις δὲν σᾶς διδάσκει ὅτι ἐὰν ὁ ἄνδρας ἔχῃ μακρυὰ μαλλιά, δὲν εἶναι τιμητικὸν γι᾽ αὐτόν,
15ἐνῷ ἐὰν ἡ γυναῖκα ἔχῃ μακρυὰ μαλλιά, αὐτὸ εἶναι δόξα γι᾽ αὐτήν; Διότι τὰ μακρυὰ μαλλιὰ τῆς ἔχουν δοθῆ γιὰ κάλυμμα.
16Ἐὰν θέλῃ κανεὶς νὰ εἶναι φιλόνεικος, ἐμεῖς τέτοιαν συνήθειαν δὲν ἔχομεν, οὔτε αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.
Ὁδηγίαι διὰ τὸ δεῖπνον τοῦ Κυρίου17Δίδοντας τὰς ἀκολούθους ὁδηγίας δὲν σᾶς ἐπαινῶ, διότι μαζεύεσθε ὄχι πρὸς τὸ καλύτερον ἀλλὰ πρὸς τὸ χειρότερον.
18Πρῶτον, ἀκούω ὅτι ὅταν μαζεύεσθε ὡς ἐκκλησία, ὑπάρχουν μεταξύ σας διαιρέσεις καὶ ἕνα μέρος τὸ πιστεύω,
19διότι πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ διχογνωμίαι μεταξύ σας διὰ νὰ γίνουν φανεροὶ μεταξύ σας οἱ γνήσιοι.
20Ὅταν λοιπὸν μαζεύεσθε ὅλοι μαζί, δὲν τρώγετε κυριακὸν δεῖπνον,
21διότι ὁ καθένας σπεύδει νὰ προλάβῃ νὰ φάγῃ τὸ δικό του φαγητὸν καὶ ὁ ἕνας πεινάει καὶ ὁ ἄλλος μεθάει.
22Δὲν ἔχετε σπίτια, διὰ νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε; Ἢ καταφρονεῖτε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ντροπιάζετε ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν φαγητά; Τί νὰ σᾶς πῶ; Νὰ σᾶς ἐπαινέσω γι᾽ αὐτό; Δὲν σᾶς ἐπαινῶ.
23Διότι ἐγὼ παρέλαβα ἀπὸ τὸν Κύριον ὅ,τι καὶ σᾶς παρέδωκα. Ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς κατὰ τὴν νύχτα ποὺ θὰ παρεδίδετο, ἔλαβε ἄρτον
24καὶ ἀφοῦ ἀνέπεμψε εὐχαριστίας, τὸν ἔκοψε καὶ εἶπε: «Λάβετε φάγετε, τοῦτο εἶναι τὸ σῶμά μου, τὸ ὁποῖον τεμαχίζεται γιὰ σᾶς. Τοῦτο κάνετε εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου».
25Ἐπίσης ἐπῆρε καὶ τὸ ποτήριον, μετὰ τὸ δεῖπνον, καὶ εἶπε: «Τοῦτο τὸ ποτήριον εἶναι ἡ νέα διαθήκη σφραγισμένη μὲ τὸ αἷμά μου. Τοῦτο νὰ κάνετε, ὁσάκις τὸ πίνετε, εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου».
26Διότι κάθε φορὰν ποὺ τρώγετε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ πίνετε ἀπὸ τὸ ποτήριον τοῦτο, διακηρύσσετε τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου ἕως ὅτου ἔλθῃ.
27Ὥστε ὅποιος τρώγει τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνει ἀπὸ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου χωρὶς νὰ εἶναι ἄξιος, θὰ εἶναι ἔνοχος ἔναντι τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου.
28Ἂς ἐξετάζῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του καὶ ἔτσι ἂς τρώγῃ ἀπὸ τὸν ἄρτον καὶ ἂς πίνῃ ἀπὸ τὸ ποτήριον,
29διότι ἐκεῖνος ποὺ τρώγει καὶ πίνει κατὰ τρόπον ἀνάξιον, τρώγει καὶ πίνει τὴν καταδίκην τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐπειδὴ δὲν διακρίνει τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.
30Διὰ τοῦτο μεταξύ σας ὑπάρχουν πολλοὶ ἀδύνατοι καὶ ἄρρωστοι καὶ ἀρκετοὶ ἐπέθαναν.
31Ἐὰν ὅμως ἐκρίναμεν τοὺς ἑαυτούς μας ὅπως πρέπει, δὲν θὰ ἐκρινόμεθα.
32Ἀλλ᾽ ὅταν κρινώμεθα ὑπὸ τοῦ Κυρίου, παιδαγωγούμεθα, διὰ νὰ μὴ κατακριθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμον.
33Ὥστε, ἀδελφοί μου, ὅταν μαζεύεσθε διὰ νὰ φάγετε, περιμένετε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον,
34καὶ ἐὰν κανεὶς πεινᾷ, ἂς τρώγῃ εἰς τὸ σπίτι του, διὰ νὰ μὴ καταλήξῃ ἡ συγκέντρωσίς σας εἰς καταδίκην. Τὰ λοιπὰ θὰ τὰ κανονίσω, ὅταν ἔλθω.
Who We AreWhat We EelieveWhat We Do
2025 by iamachristian.org,Inc All rights reserved.